Η δημιουργία ενός αυτόνομου Υπουργείου Ανώτατης Εκπαίδευσης, Έρευνας και Καινοτομίας, το οποίο θα συγκεντρώνει για πρώτη φορά σε έναν ενιαίο διοικητικό φορέα τα πανεπιστήμια, τα δημόσια ερευνητικά κέντρα και το σύνολο της εθνικής ερευνητικής πολιτικής, αποτελεί τον πυρήνα μιας εκτεταμένης κυβερνητικής μεταρρύθμισης, η οποία βρίσκεται πλέον στο τελικό στάδιο της επεξεργασίας της.
Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, η σχετική πρόταση αναμένεται να παρουσιαστεί στον πρωθυπουργό μέσα στις επόμενες ημέρες, με επικρατέστερη ημερομηνία την Τρίτη 21 Ιουλίου 2026, καθώς η επεξεργασία της έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί.
Τον συντονισμό της διαδικασίας έχει αναλάβει ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, ενώ στην επεξεργασία της πρότασης συμμετέχουν, επίσης, ο υφυπουργός Παιδείας, αρμόδιος για την Ανώτατη Εκπαίδευση, Καθηγητής Νίκος Παπαϊωάννου καθώς και ακαδημαϊκοί, ερευνητές, τεχνοκράτες, στελέχη της δημόσιας διοίκησης και εκπρόσωποι της πολιτικής ηγεσίας.
Η υπό διαμόρφωση μεταρρύθμιση δεν περιορίζεται στη δημιουργία ενός ακόμη κυβερνητικού χαρτοφυλακίου. Αντίθετα, επιχειρεί να αντιμετωπίσει ένα διαχρονικό πρόβλημα του ελληνικού ερευνητικού οικοσυστήματος: τον κατακερματισμό των αρμοδιοτήτων στο ερευνητικό οικοσύστημα και την απουσία ενός ενιαίου στρατηγικού σχεδιασμού.
«Σήμερα, στα 22 από τα 27 μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχει υπουργείο Έρευνας και Καινοτομίας», υπογραμμίζει στο ΘΕΜΑ ο υφυπουργός, κ.Παπαϊωάννου, για να προσθέσει: «Μετά την εξαγγελία του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, πέρσι για την ίδρυση ενός υπουργείου Ανώτατης Εκπαίδευσης, Έρευνας και Καινοτομίας αμέσως μετά τις επόμενες εκλογές, συνεστήθη μία ευρεία επιτροπή, στο πλαίσιο της οποίας έχει γίνει όλους αυτούς τους μήνες μια διεξοδική και σε βάθος συζήτηση, η οποία οδήγησε στο να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο η άποψη ότι χρειαζόμαστε ένα τέτοιο υπουργείο», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Όπως επισημαίνει ο ίδιος, «σήμερα η έρευνα στην Ελλάδα προέρχεται από τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα, τις νεοφυείς επιχειρήσεις. Όλα αυτά πρέπει να βρίσκονται κάτω από μία ομπρέλα, έτσι ώστε να γίνεται σωστός προγραμματισμός και σωστή κατανομή των κονδυλίων, είτε μιλάμε για βασικές επιστήμες είτε για εφαρμοσμένη έρευνα», σημειώνει.
Αξίζει να σημειωθεί, ότι η ανάγκη για μια νέα διοικητική αρχιτεκτονική φαίνεται να βρίσκει σύμφωνη σημαντική μερίδα της ακαδημαϊκής κοινότητας. Ο πρύτανης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Καθηγητής Κυριάκος Αναστασιάδης, χαρακτήρισε τη δημιουργία του νέου υπουργείου στρατηγική επιλογή για τη χώρα, υποστηρίζοντας ότι η ανώτατη εκπαίδευση και η έρευνα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως δύο διακριτοί τομείς δημόσιας πολιτικής. Άλλωστε, τα πανεπιστήμια – εκτός από εκπαιδευτικά ιδρύματα – συνιστούν τον βασικό φορέα έρευνας της χώρας.
Ένα νέο υπουργείο με διευρυμένες αρμοδιότητες
Ο νέος κυβερνητικός φορέας θα φέρει την ονομασία «Υπουργείο Ανώτατης Εκπαίδευσης, Έρευνας και Καινοτομίας» και θα συγκεντρώσει τρεις τομείς, που μέχρι σήμερα υπάγονται σε διαφορετικές διοικητικές δομές.
Στόχος είναι η δημιουργία ενός ενιαίου χώρου σχεδιασμού, στον οποίο η πανεπιστημιακή εκπαίδευση, η βασική και εφαρμοσμένη έρευνα και η καινοτομία θα αντιμετωπίζονται ως αλληλένδετοι πυλώνες της ίδιας πολιτικής.
Το οργανόγραμμα του υπουργείου προβλέπεται να στηρίζεται σε δύο βασικές Γενικές Γραμματείες.
Η πρώτη θα είναι η Γενική Γραμματεία Ανώτατης Εκπαίδευσης, η οποία θα αναλάβει το σύνολο των θεμάτων που αφορούν τα πανεπιστήμια, τα προγράμματα σπουδών, την ακαδημαϊκή λειτουργία και τις πολιτικές, που σχετίζονται με την τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Η δεύτερη θα είναι η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Καινοτομίας, στην οποία θα συγκεντρωθούν αρμοδιότητες που σήμερα είναι κατανεμημένες σε περισσότερα υπουργεία, με στόχο τη δημιουργία ενός κοινού μηχανισμού χάραξης της εθνικής ερευνητικής πολιτικής.
Η συγκρότηση του νέου υπουργείου αναμένεται να συνοδευτεί από τη μεταφορά των δημόσιων ερευνητικών κέντρων στον νέο φορέα. Ερευνητικοί οργανισμοί, που σήμερα υπάγονται κυρίως στο υπουργείο Ανάπτυξης, όπως το Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος», προβλέπεται να αποτελέσουν μέρος της νέας διοικητικής δομής.
Με τον τρόπο αυτό, πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα θα εποπτεύονται για πρώτη φορά από την ίδια πολιτική ηγεσία.
Δύο νέοι οργανισμοί στο επίκεντρο του σχεδιασμού
Κομβικό στοιχείο της νέας αρχιτεκτονικής αποτελεί η δημιουργία δύο νέων οργανισμών, οι οποίοι θα λειτουργούν ως επιχειρησιακοί βραχίονες της εθνικής πολιτικής για την έρευνα και την καινοτομία. Οι δύο φορείς θα υπάγονται θεσμικά στο νέο υπουργείο, διατηρώντας ωστόσο σημαντικό βαθμό λειτουργικής αυτονομίας, ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται με μεγαλύτερη ευελιξία στις ανάγκες της ερευνητικής κοινότητας και της παραγωγής.
Ο πρώτος οργανισμός θα είναι ο «Εθνικός Οργανισμός Έρευνας» – κατά την ως τώρα επικρατούσα ονομασία – ο οποίος θα αναλάβει τον σχεδιασμό και το μεγαλύτερο μέρος της διαχείρισης των εθνικών ερευνητικών προγραμμάτων. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, ο οργανισμός θα διαθέτει διοικητική αυτοτέλεια και δική του διοίκηση, χωρίς όμως να αποτελεί ανεξάρτητη αρχή. Θα εποπτεύεται από το νέο υπουργείο, ενώ για κρίσιμες αποφάσεις θα απαιτείται η έγκριση της πολιτικής ηγεσίας.
Στόχος είναι η δημιουργία ενός ενιαίου μηχανισμού σχεδιασμού και χρηματοδότησης της έρευνας, ο οποίος θα περιορίσει την πολυδιάσπαση που χαρακτηρίζει σήμερα το σύστημα.
Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται η ενσωμάτωση στον νέο οργανισμό και του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ), το οποίο μέχρι σήμερα λειτουργεί ως ξεχωριστός φορέας χρηματοδότησης της επιστημονικής έρευνας. Η λογική πίσω από την πιθανή ενσωμάτωση είναι η αποφυγή παράλληλων μηχανισμών με συναφείς αρμοδιότητες και η δημιουργία ενός ενιαίου πλαισίου διαχείρισης των δημόσιων πόρων που κατευθύνονται στην επιστημονική δραστηριότητα. Ο Νίκος Παπαϊωάννου επισημαίνει, ωστόσο, ότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν έχει οριστικοποιηθεί.
«Όσο για το ΕΛΙΔΕΚ και άλλους φορείς, θα δούμε ποιοι θα ενσωματωθούν στο νέο υπουργείο και πώς, καθώς και ποιοι θα διατηρηθούν», σημειώνει, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο διαφορετικών λύσεων ανάλογα με την τελική αρχιτεκτονική του νέου φορέα.
Ο δεύτερος οργανισμός θα είναι ο «Ελληνικός Οργανισμός Καινοτομίας», ο οποίος θα έχει διαφορετικό θεσμικό μοντέλο, καθώς η αποστολή του δεν θα περιορίζεται στη διαχείριση κρατικών προγραμμάτων. Βασικός στόχος του θα είναι η σύνδεση της επιστημονικής γνώσης με την οικονομία και η προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων για την ανάπτυξη και αξιοποίηση ερευνητικών αποτελεσμάτων. Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, εξετάζεται να λειτουργήσει με τη μορφή Ανώνυμης Εταιρείας, ώστε να διαθέτει μεγαλύτερη ευελιξία στις συνεργασίες του με επιχειρήσεις, επενδυτικούς φορείς και την αγορά.
Η μετοχική του σύνθεση προβλέπεται να περιλαμβάνει συμμετοχή του Υπερταμείου και του Ελληνικού Δημοσίου ή του νέου υπουργείου, με στόχο να συνδυαστεί η δημόσια εποπτεία με ένα πιο ευέλικτο μοντέλο λειτουργίας.
Η δημιουργία των δύο οργανισμών αντανακλά μια προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα σε δύο ανάγκες: αφενός την ανάγκη για ευελιξία και ταχύτητα στις αποφάσεις που απαιτεί η σύγχρονη έρευνα και αφετέρου την ανάγκη για δημόσιο έλεγχο, καθώς πρόκειται για τη διαχείριση κρατικών πόρων.
Όπως αναφέρει ο υφυπουργός Παιδείας, η κατεύθυνση είναι να υπάρξουν «ειδικές δομές εντός του υπουργείου», όπως ο Εθνικός Οργανισμός Έρευνας και ο Οργανισμός Καινοτομίας, οι οποίες θα επιτρέψουν την αποφυγή του κατακερματισμού. «Θα ανήκουν στο υπουργείο, έτσι ώστε να αποφύγουμε τον πολυκερματισμό και την πολυδιάσπαση», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Σταθερή χρηματοδότηση αντί για αποσπασματικές προκηρύξεις
Ένας από τους βασικούς λόγους δημιουργίας του Εθνικού Οργανισμού Έρευνας είναι, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η καθιέρωση ενός σταθερού και προβλέψιμου κύκλου χρηματοδότησης της έρευνας. Η σημερινή εικόνα χαρακτηρίζεται από μεγάλες χρονικές ασυνέχειες στις προκηρύξεις ερευνητικών προγραμμάτων, γεγονός που δυσκολεύει τόσο τα πανεπιστήμια όσο και τα ερευνητικά κέντρα να σχεδιάσουν μακροπρόθεσμα τις δράσεις τους. Αντιμέτωποι με τις δυσκολίες είναι κυρίως οι νέοι ερευνητές, οι οποίοι συχνά εξαρτώνται από περιοδικές προσκλήσεις χρηματοδότησης για τη συνέχιση της επιστημονικής τους δραστηριότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί, σύμφωνα με πληροφορίες, η λειτουργία του ΕΛΙΔΕΚ, το οποίο βρέθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς δυνατότητα προκήρυξης νέων δράσεων λόγω έλλειψης διαθέσιμων πόρων.
Το νέο μοντέλο φιλοδοξεί να δημιουργήσει έναν μόνιμο μηχανισμό χρηματοδότησης, με προκηρύξεις, που θα ακολουθούν συγκεκριμένο και γνωστό χρονοδιάγραμμα.
Η επιδίωξη είναι οι ερευνητικοί φορείς να γνωρίζουν εκ των προτέρων πότε θα ανοίγουν οι κύκλοι χρηματοδότησης, ώστε να μπορούν να σχεδιάζουν με μεγαλύτερη ασφάλεια το επιστημονικό τους έργο, μία φιλοσοφία, που παραπέμπει στα μοντέλα που εφαρμόζουν μεγάλοι ευρωπαϊκοί οργανισμοί χρηματοδότησης της έρευνας. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν κυβερνητικές πηγές, η επιτυχία του νέου μοντέλου θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διασφάλιση επαρκών πόρων – «η διοικητική ενοποίηση από μόνη της δεν αρκεί, εάν δεν συνοδευτεί από σταθερή χρηματοδοτική βάση που θα επιτρέψει στους νέους οργανισμούς να λειτουργήσουν αποτελεσματικά», αναφέρουν χαρακτηριστικά.
Ο ρόλος των ΕΛΚΕ
Αναφορικά με τους Ειδικούς Λογαριασμούς Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ), οι οποίοι αποτελούν σήμερα το βασικό εργαλείο διαχείρισης των ερευνητικών προγραμμάτων στα πανεπιστήμια, ο κ.Αναστασιάδης επισημαίνει πως ενώ έχουν συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξη της πανεπιστημιακής έρευνας, απαιτούνται παρεμβάσεις που θα τους επιτρέψουν να λειτουργούν με μεγαλύτερη ευελιξία και μικρότερη γραφειοκρατία.
Η επισήμανση αυτή συνδέεται άμεσα με έναν από τους βασικούς προβληματισμούς που συνοδεύουν και τον κυβερνητικό σχεδιασμό. Το δημόσιο λογιστικό και το θεσμικό πλαίσιο των δημοσίων συμβάσεων εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό περιορισμό.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι προμήθειες εξειδικευμένου επιστημονικού εξοπλισμού μεγάλης αξίας εξακολουθούν να απαιτούν διεθνείς διαγωνισμούς, πολύμηνες διαδικασίες και δυνατότητα δικαστικών προσφυγών, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε καθυστερήσεις άνω του ενός έτους. Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν, ότι δεν εξετάζεται εξαίρεση της έρευνας από το ισχύον ευρωπαϊκό και εθνικό πλαίσιο δημοσίων συμβάσεων. Αντίθετα, η προσπάθεια επικεντρώνεται στην απλούστευση επιμέρους διαδικασιών και στην αναζήτηση μεγαλύτερης διοικητικής ευελιξίας, χωρίς να θίγονται οι κανόνες διαφάνειας και δημοσιονομικού ελέγχου.
Αξιολόγηση από το εξωτερικό για μεγαλύτερη αντικειμενικότητα
Σημαντικές αλλαγές σχεδιάζονται και στον τρόπο με τον οποίο θα αξιολογούνται οι ερευνητικές προτάσεις στο νέο σύστημα. Βασική επιλογή του σχεδιασμού είναι οι αξιολογήσεις να πραγματοποιούνται κατά προτεραιότητα από επιστήμονες του εξωτερικού και, σε δεύτερο επίπεδο, από Έλληνες ερευνητές της διασποράς.
Η στόχευση είναι διπλή: αφενός η ενίσχυση της αντικειμενικότητας της διαδικασίας και αφετέρου ο περιορισμός φαινομένων που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν υπόνοιες ευνοιοκρατίας ή σύγκρουσης συμφερόντων.
Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται η δημιουργία ενός διεθνούς μητρώου αξιολογητών υψηλού κύρους, με τη συμμετοχή επιστημόνων που διαθέτουν αναγνωρισμένη παρουσία στα πεδία τους. Για το λόγο αυτό, εξετάζονται συνεργασίες με διεθνώς αναγνωρισμένους ερευνητικούς οργανισμούς και πρότυπα αξιολόγησης αντίστοιχα με εκείνα που εφαρμόζονται σε μεγάλα ευρωπαϊκά ερευνητικά συστήματα.
Η επιλογή αυτή, ωστόσο, συνεπάγεται αυξημένο οικονομικό κόστος. Η συμμετοχή κορυφαίων επιστημόνων από το εξωτερικό προϋποθέτει ανταγωνιστικές αμοιβές και οργανωμένη υποστήριξη της διαδικασίας, γεγονός που σημαίνει ότι θα πρέπει να προβλεφθούν επαρκείς πόροι ήδη από την έναρξη λειτουργίας του νέου οργανισμού.
Όπως έχει επισημάνει και ο πρύτανης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η αξιολόγηση της ερευνητικής δραστηριότητας δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στον αριθμό των επιστημονικών δημοσιεύσεων, αλλά θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη συνολική επίδραση της παραγόμενης γνώσης στην κοινωνία και την οικονομία. Στους δείκτες αυτούς θα πρέπει να περιλαμβάνονται η παραγωγή πατεντών, η δημιουργία τεχνοβλαστών (spin-offs), η αξιοποίηση ερευνητικών αποτελεσμάτων από τη βιομηχανία, η ανάπτυξη νέων τεχνολογικών εφαρμογών και η συμβολή της έρευνας στην παραγωγική ανάπτυξη.
Η αλλαγή αυτή αντανακλά μια ευρύτερη μετατόπιση στη διεθνή αντίληψη για τον ρόλο των πανεπιστημίων.
Η διασύνδεση της έρευνας, των πανεπιστημίων και της παραγωγής
Ένας από τους βασικούς στόχους της μεταρρύθμισης είναι η ουσιαστικότερη διασύνδεση της επιστημονικής έρευνας με την παραγωγική οικονομία, πεδίο στο οποίο, σύμφωνα με όσους συμμετέχουν στον σχεδιασμό, η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Παρά τη σημαντική επιστημονική παραγωγή των ελληνικών πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων, η μετατροπή της γνώσης σε καινοτόμα προϊόντα, υπηρεσίες και επιχειρηματικές εφαρμογές παραμένει περιορισμένη εξαιτίας της απουσίας ενός σταθερού πλαισίου συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων.
Η δημιουργία του Ελληνικού Οργανισμού Καινοτομίας αποσκοπεί ακριβώς στη γεφύρωση αυτού του κενού. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο νέος φορέας θα λειτουργεί ως σύνδεσμος ανάμεσα στην παραγόμενη επιστημονική γνώση και την οικονομία, αξιοποιώντας τόσο δημόσιους όσο και ιδιωτικούς πόρους για τη χρηματοδότηση δράσεων καινοτομίας.
Η δυνατότητα συμμετοχής ιδιωτικών κεφαλαίων θεωρείται κρίσιμο στοιχείο του σχεδιασμού, καθώς εκτιμάται ότι μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερη ευελιξία στη χρηματοδότηση ερευνητικών αποτελεσμάτων που μπορούν να οδηγήσουν σε νέα προϊόντα ή υπηρεσίες.
protothema.gr




































Σημείωση: Τα σχόλια που εμφανίζονται κάτω από τα άρθρα αποτελούν προσωπικές απόψεις των χρηστών που τα δημοσίευσαν και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις ή απόψεις του Lamianow.gr.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, σχόλια που έχουν διατυπωθεί δημόσια σε κοινωνικά δίκτυα ενδέχεται να εμφανίζονται κάτω από τα άρθρα, όταν έχουν δημοσιευθεί κάτω από σχετικές αναρτήσεις του ίδιου άρθρου. Το Lamianow.gr δεν φέρει ευθύνη για το περιεχόμενο αυτών των σχολίων.
Αν κάποιο σχόλιο θεωρείτε ότι παραβιάζει δικαιώματα, είναι προσβλητικό ή έχει αποσυρθεί από την αρχική του πηγή, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στο [email protected] για την άμεση αφαίρεσή του.