Χωρίς νοσηλευτές τα νοσοκομεία της Ελλάδας – Η χώρα έχει 2,2 νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους και η Ευρώπη 8,5

Η Ελλάδα καταγράφει σοβαρή έλλειψη νοσηλευτών στα νοσοκομεία της. Το υπουργείο Υγείας αναγνωρίζει το πρόβλημα και θέτει την ενίσχυση του ΕΣΥ ως προτεραιότητα.

Συντακτική Ομάδα LamiaNow
Η συντακτική ομάδα του LamiaNow.gr καλύπτει την επικαιρότητα της Λαμίας, της Φθιώτιδας και της Στερεάς Ελλάδας, με έμφαση στην άμεση ενημέρωση, το τοπικό ρεπορτάζ και τις...
6 Min Read

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add LamiaNow.gr on Google

*Για το θέμα γράφει ο κ. Γιώργος Αβραμίδης, Πρόεδρος της Πανελλήνιας Συνδικαλιστικής Νοσηλευτικής Ομοσπονδίας (ΠΑΣΥΝΟ-ΕΣΥ)

Η Παγκόσμια Ημέρα Νοσηλευτή (εορτάστηκε στις 12/5) αποκτά όλο και περισσότερο νόημα για την Ελλάδα που καταγράφει έλλειψη νοσηλευτών. Η κατάταξη της χώρας μας στην αναλογία νοσηλευτών με κλίνες και ασθενείς είναι πολύ χαμηλά, με το υπουργείο Υγείας να αναγνωρίζει το πρόβλημα και να θέτει την ενίσχυση του ΕΣΥ με νοσηλευτές ως μία από τις προτεραιότητες αυτής της χρονιάς.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει στο ygeiamou ο Πρόεδρος της Πανελλήνιας Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας (ΠΑΣΥΝΟ-ΕΣΥ) Γιώργος Αβραμίδης, η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε το 2024 ότι εργάζονται στα θεραπευτήρια της χώρας (δημόσια και ιδιωτικά) 23.133 νοσηλευτές. Την ίδια στιγμή, υπήρχαν 48.334 αναπτυγμένες κλίνες.

Η διεθνής σύγκριση προκαλεί ανησυχία: η χώρα μας το 2024 είχε 2,2 νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. ήταν 8,5 και στον ΟΟΣΑ 9,2. Στα νοσοκομεία του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) υπηρετούν περίπου 20.000 (μόνιμοι περίπου 15.500, επικουρικοί περίπου 2.000 και ειδικευόμενοι περίπου 2.500). Ετσι, 20.000 νοσηλευτές ανά 34.399 κλίνες αντιστοιχούν σε 0,58 νοσηλευτές ανά κλίνη«Εάν υπολογίσουμε μόνο τους μόνιμους νοσηλευτές έχουμε 15.500 νοσηλευτές ανά 34.399 κλίνες και προκύπτει 0,45 νοσηλευτές ανά κλίνη στα νοσοκομεία του ΕΣΥ.

Εάν λάβουμε υπόψη τον μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ, που είναι 2,3, χρειαζόμαστε 79.117 νοσηλευτές. Αν αφαιρέσουμε τους υπηρετούντες 20.000 νοσηλευτές (μόνιμοι, επικουρικοί, ειδικευόμενοι), χρειαζόμαστε 59.117 νοσηλευτές. Προχωρώντας με ποσοτικά δεδομένα, αποφοιτούν ετησίως περίπου 1.500 νοσηλευτές από τα πανεπιστημιακά μας πλέον τμήματα, οι οποίοι σαφώς δεν επαρκούν για να στελεχώσουν τις υπηρεσίες υγείας, διότι είτε αποχωρούν για το εξωτερικό, είτε επιλέγουν να εργάζονται ως αναπληρωτές σχολικοί νοσηλευτές, κάποιοι επιπλέον επιλέγουν τον ιδιωτικό τομέα και κάποιοι επιλέγουν να αλλάξουν επάγγελμα.

Εάν υπολογίσουμε λοιπόν ότι αρκετοί από αυτούς δεν θα επιλέξουν τα νοσοκομεία του ΕΣΥ για να εργαστούν, τότε εύκολα καταλαβαίνουμε το μέγεθος του προβλήματος, την αδυναμία να προσεγγίσουμε τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ και τη βεβαιότητα ότι θα παραμείνουμε στους χαμηλότερους δείκτες στελέχωσης», τονίζει ο κ. Αβραμίδης.

Τι φταίει για τις ελλείψεις

Το πρόβλημα δεν είναι μονοπαραγοντικό, σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΠΑΣΥΝΟ-ΕΣΥ. Δεν ισχύει απλώς ότι «οι νέοι δεν επιλέγουν τη Νοσηλευτική». Πρόσφατη επιστημονική δημοσίευση για την Ελλάδα αναφέρει ότι στις εισαγωγές του 2025 στα Πανεπιστημιακά Τμήματα Νοσηλευτικής από 1.400 διαθέσιμες θέσεις έμειναν κενές περίπου 400, δηλαδή σχεδόν το 29%. «Αυτό δείχνει μειωμένη ελκυστικότητα του επαγγέλματος ήδη από την αφετηρία», αναφέρει ο κ. Αβραμίδης και προσθέτει: «Ομως η άλλη μισή αλήθεια είναι ακόμη πιο σοβαρή: το δημόσιο σύστημα δεν καταφέρνει να τους προσελκύσει αλλά και να τους κρατήσει. Το Country Health Profile 2025 για την Ελλάδα αναφέρει ρητά ότι ο δημόσιος τομέας δεν ωφελείται από αυτή τη δεξαμενή νέων και έμπειρων επαγγελματιών. Το ίδιο κείμενο εντοπίζει ως βασικά εμπόδια την απουσία δομημένης επαγγελματικής εξέλιξης και την έλλειψη ανταμοιβής».

Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω, ένα μέρος των νέων αποθαρρύνεται να μπει στη Νοσηλευτική και ένα άλλο μέρος, αφού αποφοιτήσει ή ενταχθεί, δεν βρίσκει στο δημόσιο σύστημα επαρκείς λόγους για να το επιλέξει ή να παραμείνει σε αυτό. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ΟΟΣΑ έχει καταγράψει ότι στην Ελλάδα οι πραγματικές αμοιβές των νοσηλευτών υποχώρησαν την περίοδο 2013-2019, κάτι που άφησε βαθύ αποτύπωμα στην ελκυστικότητα του επαγγέλματος.

Ανάγκη για κίνητρα ήδη πριν από την αποφοίτηση

Η κυβέρνηση και η ηγεσία του υπουργείου Υγείας θέτουν ως βασική προτεραιότητα της τρέχουσας χρονιάς την ενίσχυση του ΕΣΥ με νοσηλευτικό προσωπικό. Στο πλαίσιο αυτό, έχει ήδη ανακοινωθεί η ένταξη όλων των νοσηλευτών στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, ενώ συζητείται η δημιουργία ειδικού κλάδου στο ΕΣΥ ώστε να είναι εφικτές αυξήσεις στις απολαβές και ταχύτερες προσλήψεις.

Αρκούν όμως αυτά για να αυξηθούν οι νοσηλευτές στα δημόσια νοσοκομεία; Σύμφωνα με τον κ. Αβραμίδη, οι νοσηλευτές χρειάζονται κίνητρα, τα οποία να ξεκινούν πριν από την αποφοίτηση και να συνεχίζονται στα πρώτα επαγγελματικά βήματα.

«Χρειάζονται υποτροφίες και οικονομική στήριξη κατά τη διάρκεια της φοίτησης για όσους επιλέγουν να σπουδάσουν Νοσηλευτική στο Πανεπιστήμιο. Επιπλέον, εγγυημένη και γρήγορη επαγγελματική ένταξη μετά το πτυχίο, με ειδικό σύστημα προσλήψεων στις δημόσιες δομές και βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Απαραίτητα θα πρέπει να υπάρχει και ένα καθαρό μήνυμα προοπτικής: ότι η Νοσηλευτική δεν είναι επάγγελμα φθοράς και εξουθένωσης, αλλά επάγγελμα επιστημονικό, με εξέλιξη, κύρος και αξιοπρεπή αμοιβή. Η ίδια η ελληνική και ευρωπαϊκή εικόνα δείχνει ότι όταν το επάγγελμα εμφανίζεται χωρίς επαρκή ανταμοιβή και χωρίς ξεκάθαρη καριέρα, οι νέοι απομακρύνονται. Σε μία φράση: οι φοιτητές δεν χρειάζονται απλώς ενθάρρυνση. Χρειάζονται ορατό λόγο για να επενδύσουν στη Νοσηλευτική και μετά να μείνουν στην Ελλάδα και στο ΕΣΥ. Η Ελλάδα έχει έλλειμμα πολιτικής που να τους κρατά, να τους εξελίσσει και να τους τιμά», υπογραμμίζει ο ίδιος, σημειώνοντας ότι η Ομοσπονδία έχει καταθέσει εφικτές προτάσεις στον υπουργό Υγείας.

ygeiamou.gr

Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Share This Article
Η συντακτική ομάδα του LamiaNow.gr καλύπτει την επικαιρότητα της Λαμίας, της Φθιώτιδας και της Στερεάς Ελλάδας, με έμφαση στην άμεση ενημέρωση, το τοπικό ρεπορτάζ και τις ανθρώπινες ιστορίες.