Στην άκρη της Χαλκιδικής, εκεί όπου ο δρόμος ολοκληρώνεται μπροστά στη θάλασσα, για να παραδώσει τη σκυτάλη στη σιωπηλή επικράτεια του Αγίου Όρους, ένα ξενοδοχείο Ξενία που για χρόνια έμοιαζε καταδικασμένο στη λήθη ετοιμάζεται να διεκδικήσει ξανά τη θέση του στο ελληνικό καλοκαίρι.
Το Ξενία Ουρανούπολης, ένα από τα εμβληματικότερα δείγματα του ελληνικού αρχιτεκτονικού μοντερνισμού, περνά σε μια νέα εποχή, αναζητώντας τη δεύτερη ζωή του μέσα από τη σύγχρονη υψηλή φιλοξενία.
Την ίδια ώρα στην Πελοπόννησο, συγκεκριμένα στην περιοχή των Μυκηνών, ένα άλλο Ξενία ακολουθεί έναν διαφορετικό δρόμο προς την επανεκκίνηση. Δε θα ανοίξει τις πόρτες του για ταξιδιώτες που αναζητούν ένα δωμάτιο με θέα στην αρχαιότητα.
Το εγκαταλελειμμένο για δεκαετίες κτίριο μεταμορφώνεται, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις του Υπουργείου Πολιτισμού, σε έναν σύγχρονο χώρο πολιτισμού, έναν τόπο συνάντησης με άξονες το αρχαίο δράμα και την ιστορική μνήμη.
Η αναβίωση με διαφορετικούς τρόπους και όρους των δύο Ξενία είναι αν μη τι άλλο αισιόδοξη και ελπιδοφόρα. Γιατί δε μιλάμε απλώς για δύο ξενοδοχεία, αλλά για δοχεία ζωής, όπως τα χαρακτήριζε ο αρχιτέκτονας και ψυχή του προγράμματος των Ξενία, Άρης Κωνσταντινίδης.

Το Ξενία Μυκηνών
Η φράση του δεν ήταν προϊόν ποιητικής αδείας. Συνόψιζε ολόκληρη την αντίληψή του για την αρχιτεκτονική: τα κτίρια δεν έπρεπε να επιβάλλονται στον τόπο αλλά να φιλοξενούν τη ζωή που θα συνέβαινε μέσα τους.
Για δεκαετίες αυτή η κληρονομιά βρέθηκε αντιμέτωπη με την αδιαφορία. Τα Ξενία που κάποτε θεωρήθηκαν σύμβολα προόδου μετατράπηκαν σε μνημεία εγκατάλειψης. Άλλα έκλεισαν, άλλα εκφυλίστηκαν, άλλα έμειναν παγιδευμένα ανάμεσα στη γραφειοκρατία, την αδυναμία αξιοποίησης και την αλλαγή του τουριστικού μοντέλου.
Η επιστροφή τους στο εδώ και τώρα συνεπώς δεν αφορά μόνο την αρχιτεκτονική. Αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο μια χώρα επιλέγει να διαχειριστεί τη μνήμη της.
Όταν τα Ξενία ξανασύστηναν την Ελλάδα στον κόσμο
Η Ελλάδα της δεκαετίας του 1950 ήταν μια χώρα που προσπαθούσε ακόμη να επουλώσει τις πληγές της. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Κατοχή και ο Εμφύλιος είχαν αφήσει πίσω τους κατεστραμμένες υποδομές, φτωχές κοινωνίες και μια οικονομία που αναζητούσε ασθμαίνοντας την ανάκαμψη.

Το Ξενία Ναυπλίου
Η εικόνα της χώρας στο εξωτερικό παρέμενε συνδεδεμένη κυρίως με το αρχαίο παρελθόν της. Ο Παρθενώνας, οι Μυκήνες, η αρχαία Ολυμπία, οι μνήμες του κλασικού κόσμου υπήρχαν ήδη ως παγκόσμια σύμβολα. Εκείνο που έλειπε ήταν μια σύγχρονη αφήγηση. Και βέβαια οι υποδομές και οι παροχές, η σύγχρονη αισθητική και η ταυτότητα.
Την εξίσωση ανέλαβε να λύσει ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ο ΕΟΤ ξεκίνησε ένα από τα πιο φιλόδοξα κρατικά προγράμματα της μεταπολεμικής περιόδου: τη δημιουργία ενός δικτύου ξενοδοχείων απλωμένου σε όλα τα σημεία της χώρας. Ακούγεται απλό, όμως για την εποχή ήταν σχεδόν επαναστατικό.
Το πρόγραμμα ξεκίνησε με τη συμμετοχή σημαντικών αρχιτεκτόνων της εποχής. Ο Χαράλαμπος Σφαέλλος υπήρξε από τους πρώτους που εργάστηκαν πάνω στη διαμόρφωση της νέας φιλοσοφίας. Σύντομα, όμως, το πρόγραμμα απέκτησε τη σφραγίδα μιας από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα: του Άρη Κωνσταντινίδη.
Όταν ο Κωνσταντινίδης ανέλαβε την Υπηρεσία Μελετών του ΕΟΤ το 1957, έδωσε στο πρόγραμμα την αρχιτεκτονική του ωριμότητα.

Ξενία Ανδρίτσαινας
Για τον Κωνσταντινίδη κάθε κτίριο όφειλε να γνωρίζει πού βρίσκεται. Να συνομιλεί με το περιβάλλον του, να αφήνει ζωτικό χώρο στο φως, στη σκιά, στον αέρα, στη θέα. Σε μια εποχή που η Ελλάδα αναζητούσε επειγόντως τη θέση της στον σύγχρονο κόσμο, τα Ξενία έγιναν η απάντηση ενός κράτους που πίστευε ότι η ανάπτυξη δε σήμαινε απαραίτητα την εγκατάλειψη της αισθητικής και της μνήμης.
Ήταν μια σπάνια – αν όχι η μοναδική – στιγμή όπου η δημόσια πολιτική και η αρχιτεκτονική συναντήθηκαν με έναν κοινό στόχο: να δημιουργήσουν μια νέα εικόνα για τη χώρα.
Ο Άρης Κωνσταντινίδης και τα Ξενία ως «δοχεία ζωής»
Ο Άρης Κωνσταντινίδης αντιλαμβανόταν, αντιμετώπιζε και μεταχειριζόταν τα κτίρια ως ζωντανούς οργανισμούς. Ίσως γι’ αυτό η χαρακτηριστική φράση που συνδέθηκε με τη σκέψη του – τα περίφημα «δοχεία ζωής» – παραμένει μέχρι σήμερα η πιο ακριβής περιγραφή όχι μόνο της αρχιτεκτονικής ευφυίας του αλλά της κοσμοθεωρίας πάνω στην οποία θεμελιώθηκαν τα Ξενία.

Άρης Κωνσταντινίδης: Ο αρχιτέκτονας που έγινε ψυχή του προγράμματος των Ξενία
Για τον Κωνσταντινίδη η αξία ενός κτιρίου κρινόταν από τις προϋποθέσεις που δημιουργούσε για να συμβεί κάτι μέσα του. Ήθελε τα δικά του δημιουργήματα να φιλοξενούν τον άνθρωπο, την καθημερινότητα, τις σχέσεις του, τη διάδρασή του με τον τόπο και το χρόνο. Αυτό εξηγεί γιατί απέφυγε την υπερβολή και τη φλυαρία και επέλεξε την απλότητα αλλά και την ακρίβεια.
Η Ελλάδα, σύμφωνα με τον Κωνσταντινίδη, δε χρειαζόταν να μιμηθεί κανέναν, ούτε να κατασκευάσει μια τεχνητή εικόνα για να θέλξει τους επισκέπτες. Είχε εκ προοιμίου ένα ασυναγώνιστο πλεονέκτημα: το φυσικό κάλλος της. Τι έκανε ο ίδιος; Ανέλαβε την ευθύνη να το αναδείξει.
Αυτή η αρχή του έγινε ο πυρήνας της αρχιτεκτονικής φιλοσοφίας των Ξενία. Οι κτιριακοί όγκοι ακολουθούσαν τις κλίσεις του εδάφους, οι χώροι προσανατολίζονταν ώστε να αξιοποιούν το φυσικό φως, τα ανοίγματα πλαισίωναν τις θέες αντί να τις ανταγωνίζονται. Ήταν μια αρχιτεκτονική χαμηλών τόνων αλλά υψηλών απαιτήσεων.

Εσωτερικό από το Ξενία του Πόρου
Στα Ξενία, ο ελληνικός μοντερνισμός βρήκε μια από τις πιο αυθεντικές εκφράσεις του. Η καθαρότητα των γραμμών, το εμφανές σκυρόδεμα, η χρήση της τοπικής πέτρας, οι μεγάλοι υαλοπίνακες και οι ημιυπαίθριοι χώροι έγιναν τα εκ των ων ουκ άνευ συστατικά μιας συνολικής αντίληψης για το πώς ο άνθρωπος κατοικεί έναν τόπο.
Ο ίδιος ο Κωνσταντινίδης, πέρα από τη γενική εποπτεία του προγράμματος, μετουσίωσε αυτή τη θεωρία στην πράξη σχεδιάζοντας προσωπικά μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά κτίρια του δικτύου.
Δικά του δημιουργήματα ήταν το Ξενία της Άνδρου (1958), το πρωτοποριακό μοτέλ της Ηγουμενίτσας (1959), το εμβληματικό Ξενία Μυκόνου (1960) και το μοτέλ της Καλαμπάκας (1960) στη σκιά των Μετεώρων. Τη δική του υπογραφή έφεραν επίσης το αστικό Ξενία του Ηρακλείου (1961) που δυστυχώς έχει κατεδαφιστεί, το κρυμμένο στο δάσος Ξενία Παλιουρίου στη Χαλκιδική (1962), το Ξενία του Πόρου στο Νεώριο (1964) και το μοτέλ της Ολυμπίας (1966).

Το Ξενία στην Καλαμπάκα
Φυσικά, η υλοποίηση ενός τόσο εκτεταμένου δικτύου απαιτούσε τη σύμπραξη και άλλων σπουδαίων δημιουργών, οι οποίοι αφουγκράστηκαν και υιοθέτησαν το πνεύμα του Κωνσταντινίδη.
Το Ξενία Μυκηνών για παράδειγμα, σχεδιασμένο από τον Κίμωνα Λάσκαρη, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λογικής. Στη σκιά της Ακρόπολης των Μυκηνών, σε έναν τόπο φορτισμένο με χιλιάδες χρόνια ιστορίας και μπολιασμένο με το μύθο των Ατρειδών, το κτίριο δεν επιχείρησε να ανταγωνιστεί το αρχαιολογικό τοπίο.
Απεναντίας, προσπάθησε να υποχωρήσει απέναντί του. Η πέτρα, το μπετόν και οι καθαρές γεωμετρικές γραμμές δημιούργησαν μια ισορροπία ανάμεσα στο παλιό και το νέο.

Το Ξενία στο Παλιούρι Χαλκιδικής
Στην Ουρανούπολη από την άλλη ο Περικλής Σακελλάριος κινήθηκε σε διαφορετικό μεν τοπίο αλλά με την ίδια φιλοσοφία. Το Ξενία του 1960 πέτυχε να σταθεί ανάμεσα σε δύο σύμπαντα: αυτό της κοσμικής Ελλάδας που άρχιζε να ανακαλύπτει τον τουρισμό και εκείνον της πνευματικής σιωπής του Αγίου Όρους που ξεκινούσε λίγα μέτρα πιο πέρα. Η αρχιτεκτονική του λειτουργούσε σαν ένα νοητό πέρασμα.
Καθρεφτίζοντας το ελληνικό όνειρο
Για μια ολόκληρη γενιά Ελλήνων, αλλά και για τους πρώτους ξένους ταξιδιώτες που άρχισαν να ανακαλύπτουν τη χώρα μετά τον πόλεμο, τα Ξενία λειτούργησαν ως ότι το εχέγγυο η Ελλάδα μπορούσε να κοιτάξει το μέλλον χωρίς να αποκοπεί από τον εαυτό της.
Στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, όταν η χώρα άλλαζε γρήγορα πρόσωπο, τα Ξενία έγιναν οι νησίδες μιας νέας αισθητικής. Σε πόλεις, νησιά και αρχαιολογικούς τόπους, έφερναν μια διαφορετική αντίληψη για τη φιλοξενία: λιτή αλλά προσεγμένη, σύγχρονη αλλά απροσποίητα αυθεντική.

Ξενία Μυκόνου
Για πολλούς κατοίκους περιοχών που μέχρι τότε βρίσκονταν έξω από τις μεγάλες τουριστικές διαδρομές, η εμφάνιση ενός Ξενία ισοδυναμούσε με γεγονός. Το κτίριο, με τις μεγάλες γυάλινες επιφάνειες, τις καθαρές γραμμές και τους προσεγμένους κοινόχρηστους χώρους, έμοιαζε να φέρνει μαζί του έναν άλλο κόσμο. Έναν κόσμο όπου η θέα, το φαγητό, η αρχιτεκτονική και η κοινωνική ζωή αποτελούσαν μέρος της ίδιας εμπειρίας.
Η φιλοξενία των Ξενία δε βασιζόταν στην υπερβολή. Αντιθέτως, η πολυτέλεια βρισκόταν στη λεπτομέρεια. Κι αυτή ήταν μάλλον η αρετή τους αλλά και η ειδοποιός διαφορά τους από το τουριστικό μοντέλο που επικράτησε αργότερα.
Η φήμη των Ξενία ξεπέρασε γρήγορα τα ελληνικά σύνορα. Την ώρα που η Μεσόγειος άρχισε να γίνεται μαζικός τουριστικός προορισμός, τα Ξενία αντιπροσώπευαν κάτι διαφορετικό: ένα μοντέλο ανθρώπινο και συνδεδεμένο με την ιδιαιτερότητα κάθε περιοχής.
Δεν ήταν τυχαίο ότι πολλά από αυτά έγιναν σημεία αναφοράς όχι μόνο για τους επισκέπτες αλλά και για την ίδια την κοινωνική ζωή των περιοχών όπου βρίσκονταν.

Ξενία Βόλου
Το Ξενία της Μυκόνου, για παράδειγμα, φέροντας το όραμα του ίδιου του Κωνσταντινίδη, δημιουργήθηκε πριν το νησί μετατραπεί στο παγκόσμιο σύμβολο που γνωρίζουμε σήμερα. Ανήκε σε μια εποχή όπου η Μύκονος δεν ήταν ακόμη μια παγκόσμια σκηνή πολυτελούς κατανάλωσης αλλά ένας τόπος με αυθεντικό χαρακτήρα.
Το Ξενία της Καλαμπάκας, ένα ακόμη προσωπικό του σχέδιο με φόντο τους βράχους των Μετεώρων, υπενθύμιζε την ίδια αρχή: ότι ένα κτίριο μπορεί να ενισχύσει την εμπειρία ενός τόπου χωρίς να εκβιάζει για τη θέση του πρωταγωνιστή.
Από σύμβολα προόδου σε φαντάσματα
Τα Ξενία δεν απέτυχαν επειδή η ιδέα τους ήταν λανθασμένη. Το αντίθετο. Υπήρξαν θύματα της ίδιας της αλλαγής που βοήθησαν να δημιουργηθεί. Η Ελλάδα που έμαθαν να υποδέχεται επισκέπτες μεγάλωσε, ο τουρισμός εντάθηκε, οι ανάγκες της αγοράς άλλαξαν. Και μαζί με αυτά άλλαξε και η αντίληψη για το τι σημαίνει φιλοξενία.
Από τη δεκαετία του 1980 και κυρίως μετά το 1990, το ελληνικό τουριστικό μοντέλο άρχισε να κινείται προς μια διαφορετική κατεύθυνση. Η μαζικοποίηση, η ανάπτυξη μεγάλων ξενοδοχειακών συγκροτημάτων και η λογική της μέγιστης αξιοποίησης κάθε τετραγωνικού μέτρου δημιούργησαν ένα νέο περιβάλλον.

Άποψη εσωτερικού δωματίου των Ξενία
Τα μικρής κλίμακας, σχολαστικά σχεδιασμένα ξενοδοχεία του ΕΟΤ άρχισαν να μοιάζουν ξεπερασμένα. Η ειρωνεία ήταν πως τα ίδια χαρακτηριστικά που σήμερα θεωρούνται η μεγάλη τους αξία – η κλίμακα, η ένταξη στο τοπίο, η αρχιτεκτονική πειθαρχία – τότε αντιμετωπίστηκαν ως μειονεκτήματα.
Δε διέθεταν τους τεράστιους αριθμούς δωματίων, τις εκτεταμένες εγκαταστάσεις και τις δυνατότητες επέκτασης που απαιτούσε η νέα εποχή του τουρισμού. Η αγορά αναζητούσε μέγεθος. Τα Ξενία είχαν σχεδιαστεί με βάση το μέτρο.
Κτίρια που κάποτε έσφυζαν από ζωή άρχισαν σταδιακά να χάνουν τη λειτουργία τους. Οι εργασίες συντήρησης περιορίστηκαν, οι αναγκαίες ανακαινίσεις καθυστέρησαν και σε πολλές περιπτώσεις η αρχική αρχιτεκτονική αλλοιώθηκε από πρόχειρες παρεμβάσεις.
Προσθήκες που δεν είχαν καμία σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό, αλλαγές υλικών, κλεισίματα χώρων και αυθαίρετες μετατροπές τραυμάτισαν την καθαρότητα της σύλληψης. Τα κτίρια που είχαν σχεδιαστεί για να υπηρετούν τον τόπο άρχισαν να απομακρύνονται από την ίδια τους την ταυτότητα.

Το Ξενία της Θάσου
Για πολλά χρόνια, τα Ξενία βρέθηκαν παγιδευμένα ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες. Από τη μία, ήταν δημόσια περιουσία με σημαντική ιστορική και αρχιτεκτονική αξία. Από την άλλη, ήταν κτίρια που απαιτούσαν μεγάλες επενδύσεις για να επιστρέψουν σε λειτουργία.
Η γραφειοκρατία, οι νομικές εκκρεμότητες και η απουσία ενός συνολικού σχεδίου αξιοποίησης οδήγησαν πολλά από αυτά σε μια παρατεταμένη κατάσταση αναμονής.
Και όμως, μέσα σε αυτή τη μακρά περίοδο σιωπής και εγκατάλειψης άρχισε να αναδύεται μια διαφορετική ματιά. Αρχιτέκτονες, ιστορικοί της τέχνης και άνθρωποι που αντιλήφθηκαν την αξία του ελληνικού μοντερνισμού διεκδίκησαν την προστασία τους. Τα Ξενία άρχισαν να επανεκτιμούνται όχι ως παλιά ξενοδοχεία που χρειάζονταν αντικατάσταση, αλλά ως κομμάτια μιας μοναδικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

Ξενία Χανίων
Ο χρόνος, που αρχικά έμοιαζε να λειτουργεί εναντίον τους, άρχισε τελικά να λειτουργεί υπέρ τους. Η φθορά μετατράπηκε σε ιστορικό βάθος. Η ηλικία σε αξία. Η σιωπή σε προσμονή. Και κάπου εκεί ξεκίνησε η συζήτηση για τη δεύτερη ζωή τους.
Η δεύτερη ζωή των Ξενία: Από την Ουρανούπολη στις Μυκήνες
Η αναγέννηση των Ξενία δε θα γίνει με έναν μόνο τρόπο. Ίσως αυτό να είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της νέας εποχής τους.
Για πρώτη φορά, η συζήτηση δεν αφορά απλώς το αν αυτά τα κτίρια θα σωθούν, αλλά το πώς θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Άλλα θα επιστρέψουν στη λειτουργία για την οποία σχεδιάστηκαν. Άλλα θα αποκτήσουν έναν νέο ρόλο, πιο κοντά στον πολιτισμό και τη μνήμη.
Η περίπτωση του Ξενία Ουρανούπολης είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική της πρώτης κατεύθυνσης. Η μακροχρόνια μίσθωσή του από την Εταιρεία Ακινήτων του Δημοσίου στην Domes Resorts φέρνει το κτίριο ξανά στο επίκεντρο της τουριστικής ανάπτυξης, αυτή τη φορά μέσα από το μοντέλο της υψηλής φιλοξενίας.

Εσωτερικό του Ξενία Μεσολογγίου
Όμως η πραγματική πρόκληση δεν είναι απλώς να λειτουργήσει ξανά. Για πολλά χρόνια, η έννοια του luxury συνδέθηκε με την υπερβολή: μεγαλύτεροι χώροι, περισσότερες εγκαταστάσεις, εντυπωσιακά κτίρια, η αίσθηση της αποκοπής από την καθημερινότητα.
Σήμερα, όμως, ένας ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός ταξιδιωτών αναζητά κάτι διαφορετικό. Την αυθεντικότητα. Την ιστορία. Τη σχέση με τον τόπο. Την αίσθηση ότι δε βρίσκεται σε ένα ακόμη απρόσωπο resort που θα μπορούσε να υπάρχει οπουδήποτε στον κόσμο. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο τα Ξενία διαθέτουν ένα πλεονέκτημα που δεν αγοράζεται εύκολα: Έχουν μνήμη και ταυτότητα.
Αν η Ουρανούπολη αντιπροσωπεύει τη συνάντηση των Ξενία με τη σύγχρονη αγορά φιλοξενίας, οι Μυκήνες προτείνουν έναν διαφορετικό δρόμο. Εδώ το ερώτημα δεν είναι πώς ένα παλιό ξενοδοχείο μπορεί να γίνει ξανά προορισμός. Είναι πώς μπορεί να γίνει φορέας πολιτισμού.
Το Ξενία Μυκηνών θα μετατραπεί σε χώρο πολιτιστικών δράσεων συνδεδεμένων με το αρχαίο δράμα και τον μυκηναϊκό κόσμο. Η επιλογή αυτή έχει έναν ιδιαίτερο συμβολισμό.

Κοινόχρηστοι χώροι ξενοδοχείου Ξενία. Αρχείο Μουσείου Μπενάκη
Το Ξενία είχε σχεδιαστεί για να φιλοξενεί ανθρώπους που έρχονταν να συναντήσουν την αρχαιότητα. Στο μέλλον θα συνεχίσει να κάνει το ίδιο, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Δε θα κοιμίζει ταξιδιώτες. Θα φιλοξενεί τις ιστορίες τους.
Μια παραβολή για το ελληνικό τουριστικό προϊόν
Τελικά, μπορεί η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή της επιστροφής των Ξενία να μη βρίσκεται στα ίδια τα κτίρια, αλλά στις συνεκδοχές που αυτά γεννούν.
Για δεκαετίες, η Ελλάδα έμαθε να κοιτάζει κυρίως προς τα πίσω για να αναζητήσει τα σύμβολα της αξίας της. Οι αρχαίοι ναοί, οι αρχαιολογικοί χώροι, τα μνημεία των προηγούμενων αιώνων αποτέλεσαν – και δικαίως – τον πυρήνα της πολιτιστικής της ταυτότητας.

Το Ξενία Μυκηνών
Όμως καμία χώρα δεν είναι μόνο το παρελθόν της. Τα Ξενία είναι μνημεία όχι μιας αρχαίας εποχής, αλλά μιας νεότερης φιλοδοξίας.
Είναι οι μάρτυρες μιας Ελλάδας που προσπάθησε να σταθεί ξανά στα πόδια της και να σχεδιάσει ένα μέλλον διαφορετικό από την καταστροφή που είχε προηγηθεί. Είναι τα ίχνη μιας χώρας που πίστεψε ότι η ανάπτυξη δε χρειαζόταν να ταυτίζεται με την εγκατάλειψη του μέτρου και της αισθητικής. Η σημερινή επιστροφή τους εκπέμπει, λοιπόν, ένα μεγαλύτερο μήνυμα.
Ειδικά σε μια περίοδο που η χώρα παίζει τα ρέστα της στο τουριστικό προϊόν της – με την καλή, μα και με την κακή έννοια.
tovima.gr































Σημείωση: Τα σχόλια που εμφανίζονται κάτω από τα άρθρα αποτελούν προσωπικές απόψεις των χρηστών που τα δημοσίευσαν και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις ή απόψεις του Lamianow.gr.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, σχόλια που έχουν διατυπωθεί δημόσια σε κοινωνικά δίκτυα ενδέχεται να εμφανίζονται κάτω από τα άρθρα, όταν έχουν δημοσιευθεί κάτω από σχετικές αναρτήσεις του ίδιου άρθρου. Το Lamianow.gr δεν φέρει ευθύνη για το περιεχόμενο αυτών των σχολίων.
Αν κάποιο σχόλιο θεωρείτε ότι παραβιάζει δικαιώματα, είναι προσβλητικό ή έχει αποσυρθεί από την αρχική του πηγή, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στο [email protected] για την άμεση αφαίρεσή του.