Υπάρχουν στιγμές που ο χρόνος δεν μετριέται με ρολόγια. Μετριέται με σιωπές, με βλέμματα που σταματούν σε έναν τοίχο, με αναπνοές που βαραίνουν όταν περνάς ένα κατώφλι. Έτσι ακριβώς έγινε στις Κατασκηνώσεις της Άνω Καλλιθέας, όταν η Μαρία, η μητέρα της Βέρα και ο πατέρας Νικόλαος επέστρεψαν εκεί που η ζωή τους είχε ξαναρχίσει — μετά από 33 ολόκληρα χρόνια. Κι όμως, ο χρόνος εκεί, σ’ αυτόν τον τόπο, σαν να είχε παγώσει. Σαν να τους περίμενε υπομονετικά…
Ο ξεριζωμός…
Το Σουχούμι δεν ήταν απλώς μια πόλη στη στενή λωρίδα της Αμπχαζίας. Ήταν ένα κομμάτι της ψυχής του Ποντιακού Ελληνισμού, μια κοινότητα με ρίζες που άγγιζαν τον 6ο αιώνα π.Χ., όταν Ίωνες από τη Μίλητο έβαλαν τα θεμέλια μιας πολιτείας που θα άντεχε αιώνες. Εκεί, οι Πόντιοι είχαν χτίσει ζωές μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829, είχαν στήσει σπίτια, εκκλησιές, σχολεία, αγορές, αναμνήσεις. Μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα, το Σουχούμι μύριζε ακόμη λιβάνι και από τις αυλές αντηχούσαν ποντιακά τραγούδια.
Το 1992, ο πόλεμος ήρθε σαν κακό όνειρο. Η Αμπχαζία φλέγεται, και οι Έλληνες, ξαφνικά, γίνονται πρόσφυγες στο ίδιο τους το σπίτι. Ο κόσμος που ήξεραν καταρρέει μέσα σε λίγους μήνες. Τα σπίτια τους χάνονται και εκείνοι μένουν μόνο με τα κλειδιά στο χέρι. Σαν σύμβολα ενός τόπου που δεν υπάρχει πια.
Επιχείρηση: «Χρυσόμαλλο Δέρας»
Τον Αύγουστο του 1993 ο πλοίο Viscountess, στο πλαίσιο της επιχείρησης «Χρυσόμαλλο Δέρας», έφτασε στην Αλεξανδρούπολη κουβαλώντας στις κουπαστές του πρόσφυγες. Ολόκληρες ζωές ξεριζωμένες. Ανάμεσά τους, ο Νικόλαος, η Βέρα, και τα τρία τους παιδιά: ο Δημήτρης των δώδεκα χρόνων, η μικρή Μαρία των τριών, και ο Ηλίας, μόλις ενός κι ενός χρόνου — ένα βρέφος στην αγκαλιά της προσφυγιάς.
Στις 19 Αυγούστου του 1993, μια ομάδα προσφύγων κατευθύνθηκε προς την Άνω Καλλιθέα Φθιώτιδας. Άνθρωποι βρέθηκαν με τα παιδιά τους αγκαλιά να πατούν σε έναν άγνωστο τόπο.
Οι κατασκηνώσεις της ανθρωπιάς
Η Άνω Καλλιθέα δεν τους υποδέχτηκε με συμπάθεια. Τους υποδέχτηκε με αγκαλιά.
Οι κάτοικοι των γύρω περιοχών έρχονταν καθημερινά με αυτοκίνητα γεμάτα. Δεν τους το είχε ζητήσει κανείς, δεν μεσολάβησαν οργανώσεις, έρχονταν μόνο από νοιάξιμο και αλληλεγγύη, φέρνοντας ρούχα που είχαν πλυθεί με φροντίδα, φαγητό μαγειρεμένο με αγάπη, είδη πρώτης ανάγκης. Ακόμα και οι Αστυνομικοί συγκέντρωσαν χρήματα για να προσφέρουν. Οι στρατιώτες βοήθησαν με τα χέρια τους. Έστησαν κρεβάτια, μετέφεραν σεντόνια και κουβέρτες, καθάρισαν τους χώρους.
Για περίπου τρεις μήνες, οι κατασκηνώσεις της Άνω Καλλιθέας δεν ήταν ένας προσωρινός καταυλισμός. Ήταν η πρώτη πατρίδα που αγκάλιασε τους πρόσφυγες. Ήταν το σπίτι που βρήκαν όταν το δικό τους κάηκε.
Μετά, ήρθαν οι δυσμενείς συνθήκες του χειμώνα, το κρύο που απειλούσε τους ηλικιωμένους και τα βρέφη και έτσι οδηγήθηκαν στη Σχολή Αστυφυλάκων Νάουσας, και αργότερα στη Δαμάστα Φθιώτιδας, όπου ρίζωσαν. Όμως, η Άνω Καλλιθέα έμεινε χαραγμένη στη μνήμη τους, ως ο τόπος της πρώτης ανάσας. Της πρώτης ελπίδας.
33 χρόνια μετά – Η επιστροφή
Και φτάνουμε στο σήμερα. Οι κατασκηνώσεις, μετά από μακρά δικαστική διαμάχη, περνούν επιτέλους στον Δήμο Μακρακώμης. Η ανακοίνωση δημοσιεύεται στα τοπικά μέσα. Και η Μαρία, που είχε έρθει μικρό παιδί στην Ανω Καλλιθέα, την διαβάζει.
Συγκινείται. Και κάνει αυτό που της ψιθυρίζει η ψυχή της. Επικοινωνεί με τον Δήμο Μακρακώμης και ζητάει την ευκαιρία να ξαναπατήσει εκεί που πάτησε για πρώτη φορά, στα τρία της χρόνια. Το αίτημα της γίνεται δεκτό με χαρά και ο αντιδήμαρχος Πάνος Κοντογεώργος τους υποδέχεται…
Η επίσκεψη για την οικογένεια δεν ήταν μια συνηθισμένη ξενάγηση. Έμοιαζε προσκύνημα. Ξαναμπήκαν μετά από 33 χρόνια, στα κτίρια που τότε είχαν γίνει καταφύγιο. Οι τοίχοι, ίδιοι και αλλιώτικοι. Τα δωμάτια, άδεια αλλά γεμάτα αναμνήσεις.Οι γονείς της, Νικόλαος και η Βέρα, πλέον ηλικιωμένοι, στεκόντουσαν στα ίδια σημεία όπου κάποτε κρατούσαν το βρέφος τους τον Ηλία, εκεί όπου η μικρή Μαρία έπαιζε με τα άλλα παιδιά της προσφυγιάς, εκεί που η Βέρα έκλαιγε τη νύχτα σιωπηλά για το Σουχούμι που άφησαν πίσω. Οι φωτογραφίες που τραβήχτηκαν δεν καταγράφουν μόνο στιγμές αλλά και ένα δυνατό μήνυμα.
Η Μαρία, η Βέρα και ο Νικόλαος δεν είναι απλώς μια οικογένεια που επέστρεψε. Είναι οι πρωταγωνιστές μιας ιστορίας που πρέπει να θυμόμαστε.
Οι κατασκηνώσεις της Άνω Καλλιθέας, έμειναν στη μνήμη των ανθρώπων που φιλοξένησαν, σαν ένα “μνημείο” της ανθρωπιάς ενός λαού που ξέρει να υποδέχεται, να φροντίζει, να νοιάζεται.
Τώρα που ο χώρος επιστρέφει στον Δήμο Μακρακώμης, το χρέος είναι διπλό. Όχι μόνο να αναγεννηθεί ως χώρος πολιτισμού και αθλητισμού — αλλά να διατηρηθεί και η μνήμη. Να μείνει στην συνείδηση σαν ένας ζωντανός πυρήνας κοινωνικής προσφοράς, όπως ήταν τότε που οι πρόσφυγες του Σουχούμι βρήκαν εκεί την πρώτη τους αγκαλιά.









Αφήστε μια απάντηση
Σημείωση: Τα σχόλια που εμφανίζονται κάτω από τα άρθρα αποτελούν προσωπικές απόψεις των χρηστών που τα δημοσίευσαν και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις ή απόψεις του Lamianow.gr.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, σχόλια που έχουν διατυπωθεί δημόσια σε κοινωνικά δίκτυα ενδέχεται να εμφανίζονται κάτω από τα άρθρα, όταν έχουν δημοσιευθεί κάτω από σχετικές αναρτήσεις του ίδιου άρθρου. Το Lamianow.gr δεν φέρει ευθύνη για το περιεχόμενο αυτών των σχολίων.
Αν κάποιο σχόλιο θεωρείτε ότι παραβιάζει δικαιώματα, είναι προσβλητικό ή έχει αποσυρθεί από την αρχική του πηγή, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στο [email protected] για την άμεση αφαίρεσή του.




























