Ο πόλεμος στην Ουκρανία που ξέσπασε τον Φεβρουάριο του 2022 και μαίνεται μέχρι σήμερα, οι δύο στιγμές της σύγκρουσης ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ισραήλ από την μια και Ιράν από την άλλη φαίνεται ότι αναδιαμόρφωσαν και αναδιαμορφώνουν το πλαίσιο τον τρόπο, την λογική με την οποία λειτουργεί το οικονομικό σύστημα αλλά και τον τρόπο που τίθενται οι προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής μιας χώρας .
Η έννοια η οποία όλο και πιο συχνά φαίνεται να γίνεται καθημερινή πραγματικότητα είναι η οικονομία πολέμου. <<Η Ευρώπη επανεξοπλίζεται>>, <<Το ΝΑΤΟ ετοιμάζεται>>, <<στην Γερμανία κλείνουν επιχειρήσεις>> είναι μερικές από τις φράσεις που συνοδεύουν την νέα πραγματικότητα. Το 2025 η Ευρωπαϊκή Ένωση έφερε στο φως το σχέδιο της για μετάβαση σε μια νέα εποχή μαζικών εξοπλισμών.
Το σχέδιο Rearm Europe προβλέπει την κινητοποίηση πόρων με συνολικό όγκο επενδύσεων μέχρι και 800 δις ευρώ για την δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ένωσης μέχρι το 2030. Δεν κινητοποιούνται μόνο πόροι στην υποστήριξη αυτής της προσπάθειας αλλά και θεσμοί όπως το περιβόητο SAFE(Security Action for Europe) και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Οι εθνικές στρατηγικές κινούνται σε αυτό το πλαίσιο.
Η Γερμανία η άλλοτε ατμομηχανή της ευρωπαϊκού καπιταλισμού της ευημερίας υπό το πρίσμα της Zeitenwende ανακατευθύνει την βιομηχανική της στρατηγική. Η βιομηχανική πολιτική συντονίζεται στις ανάγκες της άμυνας. Σημαντικές ενδείξεις ότι η Ευρωπαϊκές οικονομικές πολιτικές ρέπουν προς πολεμικές προετοιμασίες.
Τι είναι όμως η οικονομία πολέμου; Πάνω σε ποια ερμηνευτική βάση θα μπορούσαμε να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο τεράστια οικονομικά ποσά δεσμεύονται από τις εθνικές οικονομίες και ανακατευθύνονται σε προγράμματα μαζικών επανεξοπλισμών; Συμβατικά θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η οικονομία πολέμου είναι ο τρόπος με τον οποίο η οικονομία οργανώνεται για να υποστηρίξει την πολεμική της προσπάθεια. Το δύο πραγματικά διλήμματα που στην ουσία για την οικονομική πολιτική μπαίνουν εν καιρώ πολέμου είναι : πρώτον από που θα αντληθεί το διαθέσιμο κεφάλαιο που θα στηρίξει την οικονομία πολέμου; Αυτή θα χρηματοδοτηθεί μέσω της φορολογίας; μέσω του δανεισμού ή μέσω της έκδοσης χρήματος; Και εδώ πώς θα δοθεί απάντηση σε κάθε είδους πληθωριστικές πιέσεις που ανακύπτουν;
Από την άλλη το μεγάλο δίλημμα περιστρέφεται γύρω από το μεγάλο ερώτημα <<κανόνια ή βούτυρο>>; Δηλαδή οι διαθέσιμοι πόροι πάσης φύσεως θα κατευθυνθούν σε προγράμματα πρόνοιας , θα στηρίξουν τις ιδιωτικές επενδύσεις και την ιδιωτική κατανάλωση ή θα χρησιμοποιηθούν για στρατιωτικές δαπάνες; Έπειτα η έρευνα και τεχνολογία θα χρησιμοποιηθεί για σκοπούς ευημερίας ή θα υποστηρίξουν επικείμενους επιχειρησιακούς σκοπούς;
Η απάντηση σε κάθε ένα αυτά τα διλήμματα είναι θέμα προτεραιοτήτων του εκάστοτε κρατικού ή υπερεθνικού μηχανισμού που χαράζει και υλοποιεί μια πολιτική και από τον συνολικότερο στρατηγικό σχεδιασμό του. Πάντως η δυσκολία που θέτει η καμπύλη των παραγωγικών δυνατοτήτων ιστορικά υπήρξε κάπως δύσκολα συμβιβάσιμη. Όσο μεγαλώνει το μέγεθος και η ανάγκη για πρόσθετες στρατιωτικές δαπάνες τόσο περισσότερο συμπιέζονται προς τα κάτω οι πόροι για σκοπούς ευημερίας.
Η έρευνα μέχρι σήμερα έχει επιχειρήσει να κατανοήσει την οικονομία πολέμου ερευνώντας την κυρίως εμπειρικά και συγκριτικά όπως αυτή αποτυπώθηκε μέσα από τους δύο μεγάλους Παγκοσμίους Πολέμους. Υποστηρίζεται ότι οι πόλεμοι του 20ου αιώνα που ήταν προϊόν κρίσεων ήταν πόλεμοι πόρων. Στα πεδία των μαχών, στην στεριά στον αέρα και στην θάλασσα αναμετρήθηκαν μεγάλου μεγέθους στρατιωτικοί σχηματισμοί, δοκιμάστηκαν άρματα μάχης , πολεμικά αεροσκάφη , αντιαεροπορικά όπλα, υποβρύχια κλπ. Η τεχνολογική καινοτομία κατευθύνθηκε επιλεκτικά προς τις ανάγκες του πολέμου.
Δεν κινητοποιήθηκαν μόνο δαπάνες αλλά εργατικό δυναμικό, φυσικοί πόροι , θεσμοί , πολιτικές στην κατεύθυνση της πολεμικής οικονομίας. Επιπλέον διατυπώνεται η άποψη ότι σημασία δεν είχε απλά η ποσότητα της παραγωγής στην διαμόρφωση μαζικών στρατών αλλά η κατεύθυνση της σε εκείνα τα πολεμικά μέσα που θα κυριαρχούσαν στα υπέρ-πεδία των αναμετρήσεων , θα κατέστρεφαν τις παραγωγικές δυνάμεις του αντιπάλου και θα του ακινητοποιούσαν τα στρατιωτικά μέσα και την τεχνολογία του πριν αυτά καν φτάσουν και δοκιμαστούν στο πεδίο της μάχης. Κρίσιμα ερωτήματα απασχόλησαν την έρευνα για την οικονομία πολέμου. Ποσότητα ή ποιότητα; Μαζικότητα ή ευελιξία παραγωγής;
Είναι η μήτρα για την εμφάνιση της πολεμικής οικονομίας, οι δομικές οικονομικές κρίσεις του καπιταλισμού; Είναι ο πόλεμος εργαλείο αντιμετώπισης των αδιεξόδων που ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής θέτει; Είναι η άνιση ανάπτυξη του καπιταλισμού υπαίτια της κρίσης και της έναρξης γεωπολιτικών ανταγωνισμών που οδηγούν σε πόλεμο; Η έρευνα δείχνει ακόμη ότι οι κοινωνικοί σχηματισμοί των εμπλεκόμενων δυνάμεων αναδιαμορφώθηκαν οικονομικά, εργασιακά , δημογραφικά , παραγωγικά.
Ταυτόχρονα η μη κατάρρευση μιας οικονομίας πολέμου περιπλέκεται με μια ορθολογική πολιτική παροχής κινήτρων που ελέγχει την πολιτική συμπεριφορά. Τουτέστιν η εμπειρία δύο παγκοσμίων πολέμων έδειξε ότι δεν αναμετρήθηκαν μόνο στρατοί, αλλά και οικονομικά συστήματα. Οι χώρες που κατάφεραν τον βέλτιστο συντονισμό των παραγωγικών τους δυνατοτήτων μέσα από τους κατάλληλους θεσμικούς και πολιτικούς μηχανισμούς και τους έδεσαν με την συνολικότερη στρατηγική τους κέρδισαν τον πόλεμο. Σταθερή στην έρευνα παραμένει και η θέση που την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου διατυπώθηκε ότι η οικονομία πολέμου είναι ένα σταθερά παγιωμένο και αμετάβλητο καθεστώς.
Παρά την κατά καιρούς αμφισβήτηση αυτών των ερευνητικών θέσεων κυρίως την περίοδο της παγκοσμιοποίησης μέσα από το φιλτράρισμα των πολέμων στην Γιουγκοσλαβία , στο Αφγανιστάν , στο Ιράκ και στην Συρία με το επιχείρημα της κρίσης των κρατών και του παλαιού τύπου πολέμων και την ανάδυση νέων και ευέλικτων μορφών μάχης, η προβληματική του πολέμου πόρων επανέρχεται. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έδειξε ότι επιχειρησιακές λογικές τύπου Πρώτου και Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου συνεχίζουν να επιβιώνουν. Ο πόλεμος μετατρέπεται σε πόλεμο φθοράς.
Σημασία δεν έχει η κατάκτηση εδάφους όσο το παρατεταμένο πλήγμα σε κρίσιμες υποδομές , σε εφοδιαστικές αλυσίδες , η καταστροφή όσο περισσότερων αρμάτων και προσωπικού. Τέτοιου είδους επιλογή αγώνα απαιτεί πόρους και αναπροσαρμογή της οικονομίας στην υπηρεσία αυτής της στρατηγικής. Όποιος έχει την πιο δυνατή οικονομία συζευγμένη με την στρατηγική του, αποκτά και το επιχειρησιακό πλεονέκτημα και την πρωτοβουλία κινήσεων στο μέτωπο.
Το κράτος όχι μόνο δεν χάνεται αλλά θέτει προτεραιότητες , εκτιμά, συντονίζει, αποφασίζει , επανεκτιμά. Πάντως οι ερευνητές των οικονομιών πολέμου έχουν πολλά ακόμη να μάθουν από την νέα διαμορφούμενη οικονομική κατάσταση και την εμπειρία των τελευταίων ετών που τα ευρωπαϊκά κράτη και όχι μόνο αντιμετωπίζουν. Το πεδίο έρευνας για την οικονομία πολέμου επεκτείνεται και εμπλουτίζεται. Παλαιά ερωτήματα διασταυρώνονται με νεότερα , καινούργιες προβληματικές και διλήμματα αναζητούν την ερμηνεία τους στο παρελθόν και εκείνο με τη σειρά τους διδάσκει δίνοντας πολιτικά μαθήματα και διδαχές στο μέλλον.
Αφήστε μια απάντηση
Σημείωση: Τα σχόλια που εμφανίζονται κάτω από τα άρθρα αποτελούν προσωπικές απόψεις των χρηστών που τα δημοσίευσαν και δεν εκφράζουν απαραίτητα τις θέσεις ή απόψεις του Lamianow.gr.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, σχόλια που έχουν διατυπωθεί δημόσια σε κοινωνικά δίκτυα ενδέχεται να εμφανίζονται κάτω από τα άρθρα, όταν έχουν δημοσιευθεί κάτω από σχετικές αναρτήσεις του ίδιου άρθρου. Το Lamianow.gr δεν φέρει ευθύνη για το περιεχόμενο αυτών των σχολίων.
Αν κάποιο σχόλιο θεωρείτε ότι παραβιάζει δικαιώματα, είναι προσβλητικό ή έχει αποσυρθεί από την αρχική του πηγή, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στο [email protected] για την άμεση αφαίρεσή του.
