Ο Δωρικός Διάδρομος: Το πέρασμα που διαμόρφωσε την ιστορία και η καθοριστική Μάχη της Άμπλιανης (14 Ιουλίου 1824) / του Γεώργιου Καρανάσιου

Η Άμπλιανη υπήρξε καθοριστικό πέρασμα της Ρούμελης. Η μάχη της 14ης Ιουλίου 1824 ματαίωσε τον οθωμανικό σχεδιασμό και άφησε ισχυρό αποτύπωμα στην Επανάσταση.

Άρθρο γνώμης
Πάνος Κατσώνης
O Πάνος Κατσώνης είναι δημοσιογράφος και ιδιοκτήτης του Lamianow.gr και του Ραδιοφωνικού Σταθμού LAMIA POLIS 87.7. Έχει την δική του καθημερινή εκπομπή στο ραδιόφωνο από τις...

Το καλοκαίρι του 1824, ενώ η Ελληνική Επανάσταση δοκιμαζόταν από τον εμφύλιο, η άμυνα στο στενό της Άμπλιανης ματαίωσε τον σχεδιασμό του Δερβίς Πασά να διασπάσει τη Ρούμελη και να ανοίξει τον δρόμο προς την Πελοπόννησο.

Για να γίνει αντιληπτή η σημασία της Μάχης της Άμπλιανης, δεν αρκεί να εξετάσει κανείς τα γεγονότα της 14ης Ιουλίου 1824. Πρέπει να κατανοήσει πρώτα τη γεωγραφία του τόπου. Και στην ιστορία, η γεωγραφία είναι συχνά εκείνη που καθορίζει τις εξελίξεις.

Το στενό της Άμπλιανης δεν ήταν ένα τυχαίο ορεινό πέρασμα. Αποτελούσε τον φυσικό διάδρομο που συνέδεε τη Δωρίδα με τη Φωκίδα και, μέσω αυτής, τη Δυτική με την Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Από την αρχαιότητα ακόμη, ο δρόμος αυτός υπήρξε βασική αρτηρία επικοινωνίας και μετακίνησης ανθρώπων, στρατών και εμπορευμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι η ιστορική παράδοση τον συνδέει με τη λεγόμενη «κάθοδο των Δωριέων», ενώ στους μεταγενέστερους αιώνες χρησιμοποιήθηκε από Ρωμαίους, Βυζαντινούς, Φράγκους και Οθωμανούς.*

Η μορφολογία του εδάφους προσέδιδε στο πέρασμα μοναδική στρατηγική αξία. Απότομες πλαγιές, δασωμένες κορυφογραμμές, στενή χαράδρα και περιορισμένοι χώροι ανάπτυξης μεγάλων στρατιωτικών σχηματισμών ευνοούσαν τον αμυνόμενο και περιόριζαν σημαντικά την αριθμητική υπεροχή του επιτιθέμενου. Στην ουσία, η φύση είχε δημιουργήσει ένα φυσικό οχυρό.

Αυτή τη γεωγραφική πραγματικότητα γνώριζαν άριστα οι άνθρωποι της περιοχής. Ο Πανουργιάς, ο γιος του Νάκος Πανουργιάς και οι Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί δεν επέλεξαν τυχαία την Άμπλιανη ως τόπο αναμέτρησης. Εκμεταλλεύθηκαν στο έπακρο το ανάγλυφο του εδάφους και μετέτρεψαν το στενό πέρασμα σε φραγμό απέναντι σε μια πολυάριθμη στρατιά.

Η στρατηγική αυτή επιλογή αποδείχθηκε καθοριστική.

Η Άμπλιανη πριν από τη μάχη: το στρατόπεδο της Ρούμελης

Η ιστορική σημασία της Άμπλιανης δεν εξαντλείται στη μεγάλη μάχη. Από την άνοιξη έως και τις αρχές του φθινοπώρου του 1824 η περιοχή αποτέλεσε το σημαντικότερο στρατιωτικό και πολιτικό κέντρο της Ανατολικής Ρούμελης.

Εδώ συγκεντρώθηκαν οι περισσότεροι οπλαρχηγοί της περιοχής. Εδώ συζητήθηκαν τα μεγάλα προβλήματα του Αγώνα. Εδώ αποτυπώθηκαν με τον πιο έντονο τρόπο οι αντιθέσεις ανάμεσα στην κεντρική Διοίκηση και τους στρατιωτικούς αρχηγούς.

Η περίοδος αυτή συμπίπτει με την έναρξη της διαχείρισης των χρημάτων του πρώτου αγγλικού δανείου. Η κατανομή των οικονομικών πόρων προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις. Πολλοί οπλαρχηγοί θεωρούσαν ότι οι αποφάσεις της Διοίκησης υπαγορεύονταν περισσότερο από πολιτικές σκοπιμότητες παρά από τις πραγματικές ανάγκες του πολέμου.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική υπήρξε η περίπτωση του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Από τον Ιούνιο του 1824 εγκαταστάθηκε στην Άμπλιανη και επιχείρησε να συσπειρώσει τους οπλαρχηγούς της Ρούμελης. Στόχος του δεν ήταν η διάσπαση του Αγώνα, αλλά η διαμόρφωση κοινής στάσης απέναντι στην κεντρική εξουσία, ώστε να εξασφαλισθούν οι αναγκαίοι οικονομικοί πόροι για τη συντήρηση των στρατιωτικών σωμάτων.

Οι επιστολές της εποχής, οι αναφορές προς τη Διοίκηση και τα πρακτικά των συνελεύσεων αποτυπώνουν ένα κλίμα έντονης δυσπιστίας. Το χάσμα ανάμεσα στην πολιτική και τη στρατιωτική ηγεσία είχε πλέον διευρυνθεί επικίνδυνα.

Και όμως, παρά τις διαφωνίες, όταν εμφανίσθηκε ο εξωτερικός κίνδυνος, οι περισσότεροι οπλαρχηγοί αντιλήφθηκαν ότι προτεραιότητα ήταν η αντιμετώπιση της οθωμανικής εκστρατείας.

Η Άμπλιανη μεταβλήθηκε έτσι από χώρο πολιτικών διαβουλεύσεων σε χώρο εθνικής άμυνας.

Η προετοιμασία της ελληνικής άμυνας

Οι πληροφορίες για την κάθοδο της στρατιάς του Δερβίς Πασά κινητοποίησαν άμεσα τους Έλληνες.

Η άμυνα οργανώθηκε με ταχύτητα αλλά όχι πρόχειρα. Αντί να επιχειρήσουν αναμέτρηση σε ανοικτό πεδίο, όπου η αριθμητική υπεροχή των Οθωμανών θα ήταν καθοριστική, οι Έλληνες επέλεξαν να εκμεταλλευθούν το φυσικό ανάγλυφο.

Δέκα ισχυρά ταμπούρια κατασκευάστηκαν με πέτρες της περιοχής, ενισχυμένα με κορμούς και κλαδιά δέντρων. Τοποθετήθηκαν σε τέτοια διάταξη ώστε να αλληλοϋποστηρίζονται και να ελέγχουν κάθε πιθανή δίοδο μέσα στο στενό πέρασμα.

Η διάταξη αυτή δεν ήταν προϊόν τύχης. Αντανακλούσε τη μακρά εμπειρία των Ρουμελιωτών στον ανταρτοπόλεμο και την άριστη γνώση της τοπογραφίας.

Στο πλευρό των ντόπιων πολέμησαν οι εμπειροπόλεμοι Σουλιώτες με τους Δράκο, Νταγκλή, Ζέρβα, Κίτσο Τζαβέλα και Περραιβό, ενώ σημαντική υπήρξε και η άφιξη του Παναγιώτη Νοταρά με διακόσιους Πελοποννήσιους αγωνιστές.

Επρόκειτο για μία δύναμη μικρή αριθμητικά, αλλά εξαιρετικά έμπειρη και αποφασισμένη. Οι άνδρες αυτοί γνώριζαν ότι πίσω από την Άμπλιανη δεν υπήρχε άλλη οργανωμένη αμυντική γραμμή. Αν το πέρασμα καταλαμβανόταν, ο δρόμος προς τη νότια Ελλάδα θα άνοιγε.

Γι’ αυτό και αποφάσισαν να κρατήσουν τη θέση «μέχρις εσχάτων».

Η μάχη της 14ης Ιουλίου 1824

Το πρωί της 14ης Ιουλίου 1824 η οθωμανική στρατιά κινήθηκε προς το στενό της Άμπλιανης, με τη βεβαιότητα ότι η αριθμητική της υπεροχή θα αρκούσε για να κάμψει κάθε ελληνική αντίσταση.

Η εκτίμηση αυτή αποδείχθηκε λανθασμένη.

Οι περίπου 1.200 Έλληνες αγωνιστές δεν είχαν απέναντί τους μόνο έναν υπέρτερο αντίπαλο. Είχαν απέναντί τους έναν στρατό με σαφή αποστολή, οργανωμένη διοίκηση και υψηλό ηθικό, καθώς πίστευε ότι η διχόνοια των Ελλήνων είχε ήδη κρίνει την έκβαση της εκστρατείας.

Το φυσικό όμως ανάγλυφο ανέτρεψε την αριθμητική υπεροχή.

Τα ελληνικά ταμπούρια είχαν τοποθετηθεί σε διαδοχικές θέσεις, ώστε να ελέγχουν κάθε προσέγγιση προς το πέρασμα. Η στενότητα του χώρου δεν επέτρεπε στους Οθωμανούς να αναπτύξουν το σύνολο των δυνάμεών τους. Οι επιθέσεις πραγματοποιούνταν κατά κύματα, αλλά κάθε κύμα δεχόταν συγκεντρωμένα πυρά από καλά προστατευμένες θέσεις.

Επί περισσότερο από εννέα ώρες οι συγκρούσεις υπήρξαν συνεχείς και σφοδρές.

Κάθε αποτυχημένη επίθεση μείωνε το ηθικό των επιτιθεμένων και ενίσχυε την αποφασιστικότητα των αμυνομένων. Η γνώση του εδάφους, η σωστή κατανομή των διαθέσιμων δυνάμεων και η πειθαρχία των αγωνιστών αποδείχθηκαν πολύ ισχυρότερα όπλα από την αριθμητική υπεροχή.

Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η συμβολή των Σουλιωτών, οι οποίοι, έχοντας αποκτήσει τεράστια εμπειρία στον ορεινό πόλεμο της Ηπείρου, αξιοποίησαν στο έπακρο κάθε πτυχή του εδάφους. Δίπλα τους πολέμησαν οι Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί και οι άνδρες του Πανουργιά και του Νάκου Πανουργιά, οι οποίοι γνώριζαν κάθε βράχο, κάθε χαράδρα και κάθε μονοπάτι της περιοχής.

Η ελληνική άμυνα παρέμεινε συμπαγής σε όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Όταν έγινε πλέον φανερό ότι το πέρασμα δεν μπορούσε να διασπαστεί χωρίς δυσανάλογες απώλειες, η οθωμανική διοίκηση αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την προσπάθεια.

Η Άμπλιανη είχε αντέξει.

Δεν επρόκειτο απλώς για μία τακτική επιτυχία. Επρόκειτο για την αποτυχία ενός ολόκληρου επιχειρησιακού σχεδίου.

Γιατί η νίκη ήταν στρατηγικής σημασίας

Στην ιστορία των πολέμων υπάρχουν μάχες που κρίνονται από τις απώλειες και άλλες που κρίνονται από τις συνέπειές τους.

Η Άμπλιανη ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.

Ο αντικειμενικός σκοπός της εκστρατείας του Δερβίς Πασά δεν ήταν η κατάληψη ενός χωριού ούτε η νίκη σε μια μεμονωμένη σύγκρουση. Ήταν η διάσπαση της ελληνικής άμυνας στη Στερεά Ελλάδα, η συνένωση των οθωμανικών στρατευμάτων και η δημιουργία ασφαλούς διαδρόμου προς τη νότια Ελλάδα.

Η αποτυχία στην Άμπλιανη ανέτρεψε αυτόν τον σχεδιασμό.

Η οθωμανική στρατιά δεν κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί την ελληνική διχόνοια ούτε να μεταφέρει τον πόλεμο στους όρους που είχε σχεδιάσει η Υψηλή Πύλη. Αντίθετα, υποχρεώθηκε να αναθεωρήσει τις επιχειρησιακές της επιλογές, ενώ η ελληνική πλευρά κέρδισε πολύτιμο χρόνο για να ανασυντάξει τις δυνάμεις της.

Η σημασία αυτής της εξέλιξης γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν ληφθεί υπόψη η συνολική κατάσταση του Αγώνα το καλοκαίρι του 1824. Οι εμφύλιες συγκρούσεις είχαν εξαντλήσει ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους, η εμπιστοσύνη μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας είχε διαρραγεί και οι εχθροί της Επανάστασης θεωρούσαν ότι είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή για το τελικό πλήγμα.

Η ελληνική νίκη στην Άμπλιανη διέψευσε αυτή την εκτίμηση.

Απέδειξε ότι, παρά τις εσωτερικές αντιθέσεις, υπήρχε ακόμη η δυνατότητα συντονισμένης αντίστασης όταν διακυβευόταν η επιβίωση της Επανάστασης.

Η Άμπλιανη μετά τη μάχη

Τα γεγονότα που ακολούθησαν είναι εξίσου σημαντικά με τη μάχη.

Η περιοχή της Άμπλιανης παρέμεινε επί μήνες το επίκεντρο των εξελίξεων στη Ρούμελη. Στις 27 Αυγούστου 1824 πραγματοποιήθηκε εκεί η γνωστή συνέλευση των οπλαρχηγών της Ανατολικής Ρούμελης, στην οποία συμμετείχαν ο Γιάννης Δυοβουνιώτης, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Τούσας Ζέρβας, ο Γιώτης Νταγκλής, ο Κίτσος Τζαβέλας, ο Νάκος Πανουργιάς, ο Γεωργάκης Δράκος και άλλοι εξέχοντες αγωνιστές.

Η συνέλευση αυτή αποδεικνύει ότι η Άμπλιανη δεν ήταν μόνο πεδίο μάχης αλλά και τόπος λήψης σημαντικών στρατιωτικών και πολιτικών αποφάσεων.

Ωστόσο, η εσωτερική κρίση δεν είχε ξεπεραστεί.

Οι σχέσεις μεταξύ του Ανδρούτσου και της Διοίκησης επιδεινώθηκαν ακόμη περισσότερο. Οι διαφωνίες γύρω από τη μισθοδοσία των στρατιωτών, τη διαχείριση των οικονομικών πόρων και την άσκηση της εξουσίας οδήγησαν σε νέα ένταση.

Η συνέχεια είναι γνωστή.

Ο Ανδρούτσος απομονώθηκε πολιτικά, συνελήφθη και λίγους μήνες αργότερα δολοφονήθηκε στην Ακρόπολη, χωρίς να δικαστεί. Ο Καραϊσκάκης θα βρεθεί επίσης αντιμέτωπος με διώξεις και τη γνωστή δίκη του.

Η μεγάλη νίκη της Άμπλιανης δεν στάθηκε αρκετή για να θεραπεύσει τις πληγές του εμφυλίου.

Αυτό αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο ιστορικό παράδοξο του 1824: την ίδια στιγμή που οι Έλληνες απέδειξαν στο πεδίο της μάχης ότι μπορούσαν να νικήσουν μια πολλαπλάσια στρατιά, αδυνατούσαν να υπερβούν τις εσωτερικές τους αντιθέσεις.

Και όμως, η νίκη είχε ήδη αφήσει το αποτύπωμά της στην ιστορία.

Ο δρόμος που επεδίωκε να ανοίξει ο Δερβίς Πασάς παρέμεινε κλειστός και η Επανάσταση διατήρησε στη Ρούμελη ένα πολύτιμο στρατηγικό έρεισμα, το οποίο θα αποδεικνυόταν καθοριστικό για τη συνέχιση του Αγώνα.

Η θέση της Άμπλιανης στην ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης

Η ιστορία δεν αξιολογεί τις μάχες μόνο από τον αριθμό των νεκρών ή το μέγεθος των στρατών που συγκρούστηκαν. Τις αξιολογεί κυρίως από το κατά πόσο επηρέασαν την εξέλιξη των γεγονότων.

Με αυτό το κριτήριο, η Μάχη της Άμπλιανης καταλαμβάνει μία από τις σημαντικότερες θέσεις στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας.

Όπως το Χάνι της Γραβιάς, τον Μάιο του 1821, ανέκοψε την προέλαση του Ομέρ Βρυώνη προς την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, και όπως τα Δερβενάκια, τον Ιούλιο του 1822, διέλυσαν τη στρατιά του Δράμαλη, έτσι και η Άμπλιανη, τον Ιούλιο του 1824, ματαίωσε έναν ευρύτερο οθωμανικό επιχειρησιακό σχεδιασμό σε μια περίοδο κατά την οποία η Επανάσταση βρισκόταν σε ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή.

Η σύγκριση αυτή δεν αποσκοπεί στην κατάταξη των μαχών ούτε στη δημιουργία μιας ιεραρχίας ιστορικής σημασίας. Κάθε μεγάλη σύγκρουση της Επανάστασης είχε τη δική της αποστολή και τη δική της συμβολή. Αναδεικνύει, όμως, ότι η Άμπλιανη υπήρξε κρίσιμος κρίκος στην αλυσίδα των στρατιωτικών επιτυχιών που επέτρεψαν στην Ελληνική Επανάσταση να επιβιώσει.

Η μάχη αυτή απέδειξε επίσης κάτι ακόμη.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι ελληνικές νίκες δεν στηρίχθηκαν στην αριθμητική υπεροχή ούτε στον καλύτερο εξοπλισμό. Στηρίχθηκαν στη σωστή επιλογή του πεδίου της μάχης, στην αξιοποίηση της μορφολογίας του εδάφους, στην ευελιξία των οπλαρχηγών και, κυρίως, στην αποφασιστικότητα των αγωνιστών.

Η Άμπλιανη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής αντίληψης. Το στενό πέρασμα του Δωρικού Διαδρόμου λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής ισχύος, εξουδετερώνοντας την αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου και μετατρέποντας το φυσικό περιβάλλον σε καθοριστικό παράγοντα της ελληνικής νίκης.

Ωστόσο, η ιστορική αξία της Άμπλιανης δεν περιορίζεται στη στρατιωτική της διάσταση.

Η περιοχή αναδείχθηκε, κατά τους κρίσιμους μήνες του 1824, σε χώρο όπου διασταυρώθηκαν δύο διαφορετικές όψεις της Επανάστασης: από τη μία η αυτοθυσία των αγωνιστών απέναντι στον κοινό εχθρό και από την άλλη οι έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις που οδήγησαν στον εμφύλιο σπαραγμό.

Η συνύπαρξη αυτών των δύο πραγματικοτήτων προσδίδει στην Άμπλιανη ιδιαίτερη ιστορική βαρύτητα. Εδώ συναντώνται η στρατιωτική δόξα και η πολιτική κρίση, η ενότητα της μάχης και η διχόνοια της εξουσίας.

Από αυτή την άποψη, η Άμπλιανη αποτελεί έναν τόπο όπου η ιστορία της Επανάστασης μπορεί να διαβαστεί σχεδόν ολόκληρη: η γεωστρατηγική σημασία του παλιού Δωρικού Διαδρόμου (που έγινε οθωμανικό καλντερίμι), η αντίσταση απέναντι στην οθωμανική εκστρατεία, η προσπάθεια συνεννόησης των οπλαρχηγών, οι πολιτικές συγκρούσεις, η ρήξη μεταξύ στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας και, τελικά, η μεγάλη δοκιμασία της εθνικής ενότητας.

Η ιστορική έρευνα των τελευταίων ετών φωτίζει ολοένα και περισσότερο αυτή τη διάσταση. Νέα τεκμήρια, αρχειακές πηγές και η συστηματική μελέτη της τοπογραφίας της περιοχής επιτρέπουν πλέον μια πληρέστερη κατανόηση των γεγονότων και της στρατηγικής σημασίας της Άμπλιανης. Δεν πρόκειται για προσπάθεια αναθεώρησης της ιστορίας, αλλά για αποκατάσταση μιας ιστορικής ισορροπίας, ώστε γεγονότα που έμειναν για χρόνια στη σκιά να αποκτήσουν τη θέση που τους αναλογεί στη συλλογική μνήμη.

Επίλογος

Διακόσια και πλέον χρόνια μετά, η Μάχη της Άμπλιανης εξακολουθεί να μας διδάσκει.

Μας υπενθυμίζει ότι η γεωγραφία μπορεί να καθορίσει την ιστορία, όταν συναντά ανθρώπους που γνωρίζουν να αξιοποιούν τον τόπο τους. Μας δείχνει ότι η στρατηγική σκέψη, η εμπειρία και η αποφασιστικότητα μπορούν να υπερισχύσουν ακόμη και απέναντι σε έναν αριθμητικά ισχυρότερο αντίπαλο.

Πάνω απ’ όλα, όμως, αναδεικνύει μια διαχρονική αλήθεια της Ελληνικής Επανάστασης.

Οι μεγαλύτερες επιτυχίες του Αγώνα κατακτήθηκαν όταν οι Έλληνες, παρά τις διαφορές τους, στάθηκαν ενωμένοι απέναντι στον κοινό κίνδυνο. Αντίθετα, οι πιο οδυνηρές στιγμές του προήλθαν από τον διχασμό, την καχυποψία και τη σύγκρουση μεταξύ ανθρώπων που υπηρετούσαν τον ίδιο σκοπό.

Η Άμπλιανη δεν είναι μόνο ένας τόπος ιστορικής μνήμης. Είναι ένα διαχρονικό μάθημα εθνικής ευθύνης.

Η ανάδειξη της ιστορίας της δεν αποτελεί απλώς φόρο τιμής στους αγωνιστές του 1824. Αποτελεί υποχρέωση απέναντι στην ιστορική αλήθεια. Γιατί η εθνική μνήμη δεν ολοκληρώνεται μόνο με τη διατήρηση των μεγάλων συμβόλων της Επανάστασης, αλλά και με την αποκατάσταση εκείνων των γεγονότων που, ενώ υπήρξαν καθοριστικά για την έκβασή της, δεν έλαβαν πάντοτε τη θέση που τους άξιζε στη δημόσια ιστορία.

Η Μάχη της Άμπλιανης ανήκει αναμφίβολα σε αυτή την κατηγορία. Και η διατήρηση της μνήμης της αποτελεί χρέος όχι μόνο προς τους υπερασπιστές του ιστορικού εκείνου περάσματος, αλλά και προς τις επόμενες γενιές, που οφείλουν να γνωρίζουν ότι η ελευθερία της Ελλάδας κρίθηκε πολλές φορές σε τόπους μικρούς, αλλά με σημασία ανυπολόγιστη.


* Από το βιβλίο: «Ο Δωρικός Διάδρομος και τα Ιστορικά Στενά Γραβιάς – Άμπλιανης», Καρανάσιος Γ., 2005, εκδ. Α&Μ. Σταμούλη.

Υ.Γ.

Η Άμπλιανη δεν ήταν μόνο πεδίο μάχης, ήταν το κύριο στρατηγείο και πολιτικοστρατιωτικό κέντρο της Ανατολικής Ρούμελης από την άνοιξη έως το φθινόπωρο του 1824, όπως τονίστηκε.

Γιατί:

  • οργανώθηκε η άμυνα της Ρούμελης,
  • συγκεντρώθηκαν οι σημαντικότεροι οπλαρχηγοί,
  • πραγματοποιήθηκαν κρίσιμες συνελεύσεις,
  • εκδηλώθηκαν οι μεγάλες πολιτικές αντιθέσεις
  • και τελικά διεξήχθη η μάχη που ανέκοψε την οθωμανική προέλαση (βλ.παραπάνω βιβλίο -ιστορικές πηγές).

Share This Article
O Πάνος Κατσώνης είναι δημοσιογράφος και ιδιοκτήτης του Lamianow.gr και του Ραδιοφωνικού Σταθμού LAMIA POLIS 87.7. Έχει την δική του καθημερινή εκπομπή στο ραδιόφωνο από τις 10.00-12.00 με τον τίτλο "Ανοσία στην Ανοησία".
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *